Δευτέρα, 4 Απριλίου 2011

Καλύτερος έλεγχος σακχάρου με υπολογισμό καταναλισκόμενων υδατανθράκων

Μετρώντας τον αριθμό των υδατανθράκων που καταναλώνουν, οι πάσχοντες από διαβήτη τύπου Ι, χρησιμοποιούν σωστά την αντλία ινσουλίνης, σύμφωνα με μικρή μελέτη που δημοσιεύεται στο επιστημονικό έντυπο Diabetes Care....



Η έρευνα έγινε σε δείγμα 61 ενηλίκων που έκαναν θεραπεία με αντλία ινσουλίνης και διαπιστώθηκε ότι όσοι έμαθαν να μετρούν τους υδατάνθρακες που κατανάλωναν, είδαν μικρή μείωση βάρους και στην περίμετρο της μέσης τους, μετά από έξι μήνες.

Επίσης ανέφεραν οφέλη ως προς την ποιότητα ζωής τους (τουλάχιστον όσοι μετρούσαν διαρκώς την ποσότητα των υδατανθράκων τους σε κάθε γεύμα), καθώς και βελτίωση των επιπέδων του σακχάρου του αίματος.

Φυσικά η μελέτη δεν αποδεικνύει ότι η μέτρηση των υδατανθράκων είναι η απάντηση στο πρόβλημα του διαβήτη τύπου Ι.

Ωστόσο, οι γιατροί συστήνουν τους πάσχοντες από τον συγκεκριμένο τύπο διαβήτη να υπολογίζουν το περιεχόμενο των γευμάτων τους ως προς τους υδατάνθρακες, ώστε να υπολογίζουν καλύτερα την αναγκαία δόση ινσουλίνης.

Άλλοι τρόποι περιλαμβάνουν το μέγεθος της μερίδας, επιλέγοντας τρόφιμα σύμφωνα με τον γλυκαιμικό δείκτη, δηλαδή πόσο γρήγορα μια δεδομένη τροφή αυξάνει το σάκχαρο του αίματος.

Ελάχιστες μελέτες έχουν δείξει ότι ο υπολογισμός των υδατανθράκων βοηθά τους πάσχοντες από διαβήτη τύπου Ι να έχουν υπό έλεγχο τα επίπεδα του σακχάρου τους. Η πάθηση προκύπτει όταν ο οργανισμός αδυνατεί να παράγει ινσουλίνη, καθώς το ανοσοποιητικό σύστημα λανθασμένα επιτίθεται στα παγκρεατικά κύτταρα που παράγουν την ουσία που ρυθμίζει τα επίπεδα του σακχάρου.

Η κατάσταση αυτή αντιμετωπίζεται με την χορήγηση συνθετικής ινσουλίνης, είτε σε ενέσιμη μορφή είτε με αντλία ινσουλίνης (συσκευή διαρκούς διοχέτευσης ινσουλίνης μέσω καθετήρα, που έχει τοποθετηθεί κάτω από το δέρμα, στην κοιλιακή χώρα).

Μέχρι σήμερα, καμιά μελέτη δεν είχε εξετάσει κατά πόσο η μέτρηση των υδατανθράκων είναι χρήσιμη στα άτομα που κάνουν χρήση αντλίας ινσουλίνης.

Ο Δρ Αντρεα Λαουρένζι και οι συνεργάτες του στο Πανεπιστήμιο Σαν Ραφαέλε Βίτα-Σαλούτε του Μιλάνο, συγκρότησαν ομάδα 61 ενηλίκων χρηστών αντλίας ινσουλίνης. Με τυχαία επιλογή του έμαθαν να υπολογίζουν τους καταναλισκόμενους υδατάνθρακες ή τους ενέταξαν σε ομάδα ελέγχου.

Στις συνεδρίες με διατροφολόγο, οι συμμετέχοντες στην ομάδα παρέμβασης έμαθαν πώς να μετρούν τον αριθμό των υδατανθράκων σε κάθε γεύμα και να υπολογίζουν πόση ινσουλίνη είναι αναγκαία.

Μετά από έξι μήνες, οι επιστήμονες παρατήρησαν ότι όσοι μετρούσαν υδατάνθρακες είχαν ελαφρά μείωση βάρους και περιμέτρου μέσης, πιθανόν διότι πρόσεχαν περισσότερο τη διατροφή τους ή αθλούνταν.

Όταν εξέτασαν το σύνολο της ομάδας παρέμβασης, δεν κατέγραψαν επίδραση στα επίπεδα της γλυκοζυλιωμένης αιμοσφαιρίνης (Ηba1c), δείκτης του μακροπρόθεσμους ελέγχου του σακχάρου. Αλλά όταν εστίασαν σε μόνο 20 συμμετέχοντες που μετρούσαν διαρκώς τον αριθμό των υδατανθράκων που κατανάλωναν, προέκυψαν αποδείξεις καλύτερου ελέγχου του σακχάρου του αίματος.

Πάντως θα πρέπει να σημειωθεί ότι η μελέτη έχει αρκετούς περιορισμούς, ώστε να εξαχθούν σαφή συμπεράσματα. Για παράδειγμα, είναι ασαφής ο τρόπος παρέμβασης στην ομάδα ελέγχου.

Ωστόσο, είναι σημαντικό οι πάσχοντες από διαβήτη τύπου Ι να ελέγχουν τον αριθμό των υδατανθράκων που καταναλώνουν, καθώς ο άριστος έλεγχος του σακχάρου εξαρτάται από την προσοχή που δίνει κανείς στην διατροφή, την σωματική άσκηση και την χρήση της ινσουλίνης.