Δευτέρα, 18 Απριλίου 2011

Οργανικά βιολογικά τρόφιμα και το παιδί σας

• Είναι τα οργανικά ή βιολογικά τρόφιμα η υγιής εναλλακτική επιλογή για τα παιδιά μας;

• Είναι καλύτερα τα προϊόντα αυτά σε ποιότητα και γεύση, όπως πρεσβεύουν οι υποστηρικτές τους;...


• Μήπως πρόκειται για ένα μύθο που στοχεύει κι αυτός στο πορτοφόλι μας;

• Ποια πρέπει να είναι η στάση του επαγγελματία υγείας και ποιές οι απαντήσεις του στις εναγώνιες σχετικές ερωτήσεις ευαισθητοποιημένων γονέων;

Η κατανάλωση οργανικών προϊόντων έχει αυξηθεί σημαντικά κατά τα τελευταία χρόνια. Όλο και περισσότεροι γονείς ανησυχούν για την ‘τοξική’ επίθεση που δέχονται τα παιδιά τους από τα συμβατικά τρόφιμα μαζικής παραγωγής των σούπερ μάρκετ. Διατροφικά σκάνδαλα διαδέχονται το ένα το άλλο στις ειδήσεις των τηλεοράσεων. Συντηρητικά, χημικά πρόσθετα, χρωστικές ουσίες, ορμόνες, αντιβιοτικά, εντομοκτόνα, λιπάσματα και διοξίνες απειλούν την παιδική υγεία. Χιλιάδες χημικές ουσίες, αρκετές από τις οποίες μη φυσικές, ανιχνεύονται στις τροφές που αγοράζουμε καθημερινά από το σούπερ μάρκετ.

Άλλες έχουν μελετηθεί εκτενώς και έχει επιβεβαιωθεί το ασφαλές τους προφίλ ή έχουν προκύψει ανησυχίες για την επίδρασή τους στον ανθρώπινο οργανισμό. Άλλες έχουν χαρακτηριστεί σχετικά ασφαλείς, τις περισσότερες φορές ωστόσο με κάποια επιφύλαξη, λόγω των δυσκολιών που τέτοιες έρευνες εμφανίζουν, ιδιαίτερα στην ανίχνευση μακροπρόθεσμων επιπτώσεων στην υγεία μας.

Είναι αλήθεια πως, πολλές φορές, ουσίες που για χρόνια ή και δεκαετίες προσφέρονταν απρόσκοπτα σε ανθρώπινους πληθυσμούς και θεωρούνταν ακίνδυνες, τελικά προκύπτουν ως δυνητικά καρκινογόνες, τερατογόνες ή βλαπτικές με διάφορους άλλους τρόπους για την υγεία μας. Δυστυχώς η επιστήμη συχνά ακολουθεί με καθυστέρηση τα καινούργια δεδομένα που κάθε τόσο εισάγει η αγορά, η βιομηχανία και η τεχνολογία, εμβαθύνοντας σε θέματα μόνο έπειτα από κοινωνική ανησυχία.

Τα παραδείγματα της θαλιδομίδης, του PVC, του τσιγάρου, της ηλεκτρομαγνητικής ρύπανσης είναι αδιαμφισβήτητα. Η απουσία επαρκών σχετικών ερευνών έως σήμερα δε σημαίνει ότι πρέπει να επαναπαυόμαστε σε ότι εμείς οι άνθρωποι γνωρίζουμε έως τώρα.

Είναι πάντα καλύτερο να ακολουθούμε τη διαίσθηση και την κοινή λογική: πόσο ‘φυσική’ είναι μια τροφή;

Πρώιμες έρευνες καταλήγουν στο συμπέρασμα ότι τα οργανικά προϊόντα έχουν μεγαλύτερη θρεπτική αξία -περισσότερες αντιοξειδωτικές ουσίες, μέταλλα και ιχνοστοιχεία, μικρότερη αναλογία νερού- ενώ είναι ταυτόχρονα πιο ασφαλή -λιγότερα εντομοκτόνα, νιτρικά, βαριά μέταλλα, μικρότερο κίνδυνο μόλυνσης των τροφίμων και δηλητηριάσεων- συγκρινόμενα με τα συμβατικά τρόφιμα (1).

Τα μικρά παιδιά είναι πιο ευαίσθητα στη δράση των τοξικών ουσιών γιατί:

1. Είναι μικρότερα σε βάρος, επομένως απαιτούνται μικρότερες ποσότητες βλαπτικών ουσιών για να τα επηρεάσουν .

2. Καταναλώνουν περισσότερη τροφή ανά κιλό βάρους σώματος, σε σχέση με έναν ενήλικα.

3. Είναι ανώριμα στους αμυντικούς τους μηχανισμούς, όπως η ανοσολογική απάντηση, η νεφρική και ηπατική λειτουργία. Επομένως απομακρύνουν λιγότερο αποτελεσματικά μικρόβια, τοξίνες και άλλους βλαπτικούς παράγοντες.

4. Έχουν μεγάλο προσδόκιμο επιβίωσης, δηλαδή έχουν να ζήσουν πολλά ακόμα χρόνια. Επομένως επικίνδυνες ουσίες που αθροίζονται στον οργανισμό μπορούν να προκαλέσουν νόσο έπειτα από χρόνια έως δεκαετίες.

Αντιοξειδωτικές ουσίες

Οι αντιοξειδωτικές ουσίες αποτρέπουν την καταστροφή των κυττάρων του σώματος και έχουν πολλαπλή ευεργετική επίδραση στον οργανισμό, ειδικά στο κυκλοφορικό σύστημα. Μια διπλή-τυφλή μελέτη από την Ιταλία, δημοσιευμένη το 2007, συμπέρανε ότι τα άτομα που τράφηκαν αποκλειστικά με οργανικά προϊόντα για 15 ημέρες παρουσίασαν αυξημένα επίπεδα αντιοξειδωτικών ουσιών στο αίμα τους κατά 20%, συγκρινόμενα με μια δεύτερη ομάδα ατόμων που, κατά το ίδιο χρονικό διάστημα, ακολούθησαν την συνηθισμένη δίαιτα (2).

Εντομοκτόνα και άλλα χημικά στα τρόφιμα

Έστω και με τα πενιχρά υπάρχοντα στοιχεία, κάποια συμπεράσματα μπορούμε να βγάλουμε. Εντομοκτόνα, παρασιτοκτόνα, λιπάσματα και συντηρητικά ανιχνεύσιμα στα τρόφιμα μπορεί να έχουν μακροπρόθεσμα αρνητικές συνέπειες για την υγεία, ιδιαίτερα μάλιστα στον παιδικό πληθυσμό (3). Η πρόσληψή τους μέσα από την τροφή είναι σημαντική και συνιστά υπαρκτό κίνδυνο για την υγεία των παιδιών (4). Τα οργανικά τρόφιμα πιθανό να αποτελούν υγιέστερη επιλογή. Πρόσφατες μελέτες από διάφορα μέρη του κόσμου αποδεικνύουν ότι τα πιστοποιημένα οργανικά προϊόντα δεν περιέχουν τέτοιου είδους τοξικές ουσίες (5, 6, 7).

Σε μία αμερικανική μελέτη του 2003, παιδιά προσχολικής ηλικίας που κατανάλωναν οργανικά φρούτα, λαχανικά και χυμούς είχαν 6 φορές μικρότερη ποσότητα οργανοφωσφωρικών στα ούρα τους. Οι ερευνητές συμπέραναν ανεπιφύλακτα πως, αλλάζοντας τα συμβατικά φρούτα με οργανικά, οι γονείς μπορούν να μειώσουν τον κίνδυνο στην υγεία του παιδιού τους, εξαιτίας των επιπέδων εντομοκτόνων ουσιών στον οργανισμό τους, από υπαρκτό σε αμελητέο (4).

Έχει βρεθεί ότι τα τρόφιμα που είναι πιο πιθανό να περιέχουν σημαντικές ποσότητες εντομοκτόνων είναι το αλεύρι, η πατάτα, το μήλο, το ροδάκινο, τα σταφύλια, η ντομάτα, το αγγούρι, η φράουλα.

Αντιβιοτικά

Η αντίσταση στα αντιβιοτικά είναι ένα ολοένα αυξανόμενο πρόβλημα, που εντείνεται όχι μόνο από την αλόγιστη χρήση που κάνουμε οι ίδιοι αλλά και από την συστηματική, προληπτική χορήγησή τους στα ζώα, κατά τη βιομηχανική παραγωγή. Τα μικρόβια γίνονται ολοένα και πιο ανθεκτικά, μεταλλάσσονται υπό την πίεση των αντιβιοτικών και διαπερνούν προς τα πάνω την τροφική αλυσίδα, με συνολικές οικολογικές επιπτώσεις. Πιθανό αποτέλεσμα είναι η εμφάνιση θανατηφόρων επιδημιών και επικίνδυνων νέων στελεχών που πλήττουν ανθρώπινους πληθυσμούς. Η αντίσταση στα αντιβιοτικά είναι πολύ χαμηλότερη στα ζωικά προϊόντα που αναπτύχθηκαν με οργανικό τρόπο, από ότι με τα συμβατικά (8).

Πρόσθετα και συντηρητικά

Χρησιμοποιούνται στα περισσότερα επεξεργασμένα τρόφιμα που βρίσκουμε στα σούπερ μάρκετ, για να προσδώσουν στο προϊόν βελτιωμένη γεύση, χρώμα, εμφάνιση, υφή και να το διατηρήσουν στο ράφι για περισσότερο χρονικό διάστημα. Ελάχιστα έχουν κάποια διατροφική αξία. Ενισχυτικά γεύσης χωρίς διατροφική αξία δεν είναι απαραίτητα και εθίζουν το παιδί, το οποίο τελικά αρνείται τις απλές, αγνές γεύσεις.

Η βλαπτική τους επίδραση στα παιδιά έχει επιβεβαιωθεί πέρα από κάθε αμφιβολία με καλά οργανωμένες, τυχαιοποιημένες, διπλές-τυφλές μελέτες. Το 2007 δημοσιεύτηκε στο έγκυρο διεθνές περιοδικό Lancet η μελέτη Southampton, που κατέληξε στο συμπέρασμα ότι πρόσθετα τροφίμων όπως τεχνητές χρωστικές, σε συνύπαρξη με το βενζοικό νάτριο (συντηρητικό) αυξάνουν σημαντικά την υπερκινητικότητα σε παιδιά 3 αλλά και 9 χρονών. Η έρευνα αφορούσε τα πρόσθετα Ε102, Ε104, Ε110, Ε122, Ε124, Ε129, Ε211 (9).

Σύμφωνα με παρόμοια έρευνα που καταλήγει στα ίδια συμπεράσματα, η αρνητική επίδραση στη συμπεριφορά των νηπίων δεν αφορά μόνο στα τρίχρονα που ήδη έχουν προβλήματα συμπεριφοράς ή είναι ευαίσθητα να αναπτύξουν υπερκινητικότητα, αλλά σε όλα ανεξαιρέτως τα παιδιά. Η χειροτέρευση στην συμπεριφορά των μικρών που μελετήθηκαν ήταν εμφανής μέσα σε χρονικό διάστημα μόλις τριών εβδομάδων, κατά το οποίο κατανάλωναν ελεύθερα τρόφιμα και ποτά, πλούσια σε συντηρητικά και πρόσθετα (10). Tα συντηρητικά που περιέχουν βενζοικό (E210, E211, E212, E213, E214, E215, E216, E217, E218 and E219) είναι πιθανό να επιδεινώσουν την υγεία σε παιδιά με άσθμα και έκζεμα.

Οι αντιδράσεις στα πρόσθετα δεν εμφανίζονται σε όλα τα παιδιά με τον ίδιο τρόπο και ένταση, αλλά ιδιαίτερα σε κάποια με συγκεκριμένη ιδιοσυγκρασία. Επειδή ωστόσο δεν είναι δυνατό να ελεγχθούν προληπτικά οι ευαισθησίες του παιδιού μας, η καλύτερη τακτική θα ήταν τρόφιμα με συντηρητικά να αποφεύγονται κατά το δυνατόν. Αν μάλιστα διαπιστώσετε από μόνοι σας πως ένα συγκεκριμένο γιαουρτάκι ή ένα πακέτο γαριδάκια μετατρέπουν το μικρό σας σε ταύρο εν υαλοπωλείο και χειροτερεύουν την συμπεριφορά του, πρέπει να τα αποσύρετε αμέσως από τη διατροφή του.

Σε άλλες περιπτώσεις η βλαπτική επίδραση είναι πιθανό να εξαρτάται από την ποσότητα που καταναλώνεται. Ένα παιδί που λαμβάνει περιστασιακά τροφές με πρόσθετα δε διατρέχει τόσο σημαντικό κίνδυνο όσο ένα άλλο που καταναλώνει συστηματικά αναψυκτικά, μπέργκερ και γαριδάκια.

Ψυχικές επιδράσεις οργανικών και συμβατικών τροφίμων

Ακόμα και σε ψυχοδιανοητικό επίπεδο και παρά το γεγονός ότι ανάλογες έρευνες είναι δύσκολες και ελάχιστες, τα υπάρχοντα δεδομένα δείχνουν διαφορές ανάμεσα σε ενήλικες που καταναλώνουν οργανικές τροφές και άλλους που τρέφονται με συμβατικές. Μια μελέτη που δημοσιεύτηκε στην Αμερική το 2007 συμπέρανε πως όσοι κατανάλωσαν οργανικά τρόφιμα είχαν σημαντικά πλουσιότερα και περισσότερα όνειρα από την ομάδα των συμβατικών καταναλωτών (11)!

Οργανικά γάλατα, βρεφικά και νηπιακά

Η πώληση γαλάτων για βρέφη και νήπια τα οποία έχουν προκύψει από ζώα που διαβιούν σε οργανικό περιβάλλον παρουσιάζει αύξηση κυρίως στη Δυτική Ευρώπη. Οι έως τώρα έρευνες για το θέμα είναι λίγες και με αντικρουόμενα αποτελέσματα. Μελέτη του 2008 που δημοσιεύτηκε στο περιοδικό American Journal of Dietician Association δε βρήκε σημαντικές διαφορές ανάμεσα στα συμβατικά και οργανικά γάλατα ως προς την ασφάλειά τους (παρουσία ορμονών, βακτηριδίων), την σύνθεση και την ποιότητα τους (12). Πρέπει πάντα να λαμβάνουμε υπόψη το γεγονός ότι, πολλές φορές, ότι προωθείται ως οργανικό προϊόν δεν είναι και απαραίτητα πραγματικά οργανικό.

Από την άλλη μεριά, έρευνα του 2006 στη Βρετανία κατέδειξε μεγαλύτερη περιεκτικότητα σε ωφέλιμα λιπαρά (μακράς αλυσίδας πολυακόρεστα), όπως και καλύτερη αναλογία ω3 προς ω6 λιπαρών στο οργανικό γάλα, σε σύγκριση με το συμβατικό (13). Πρόσφατη μελέτη στην Ολλανδία έδειξε ότι η κατανάλωση οργανικού βρεφικού γάλακτος έφερε στατιστικά σημαντική μείωση στο έκζεμα σε μωρά έως 2 ετών (14).

Συμπεράσματα

Υπάρχει πάντα η διαίσθηση και η κοινή λογική. Πολλές φορές η επιστήμη – που χρειάζεται χρόνο για να μελετήσει – ακολουθεί για να επιβεβαιώσει τον κοινό νου. Έτσι και στα οργανικά τρόφιμα, το γεγονός ότι δεν υπάρχουν έως τώρα πλήρεις αποδείξεις για την υπεροχή τους δεν σημαίνει απαραίτητα ότι είναι το ίδιο με τα συμβατικά. Η έλλειψη ερευνών δεν αποκλείει την εμπειρική δράση. Μας λένε ότι οι ουσίες που περιέχονται στα τρόφιμα είναι σε επίπεδα κάτω από τα όρια κινδύνου. Μα τα όρια αυτά είναι συμβατικά και συχνά παρατηρούμε να τίθενται ολοένα και χαμηλότερα με τα χρόνια. Έρευνες μακροπρόθεσμες είναι σπάνιες και δύσκολο να σχεδιαστούν και να χρηματοδοτηθούν. Για παράδειγμα, ποιοι επιστήμονες γνωρίζουν με βεβαιότητα την επίδραση ουσιών όπως τα πρόσθετα στον οργανισμό του νηπίου, ως προς την μελλοντική απόδοση του στο σχολείο, την ανάπτυξή του ή την εμφάνιση χρόνιων νοσημάτων έπειτα από 20, 30 χρόνια;

Κάθε τρόφιμο που υφίσταται κάποια επεξεργασία πριν βγει στο ράφι του σούπερ μάρκετ ενέχει τον κίνδυνο της επιμόλυνσης ή της αλλοίωσης των γνήσιων αρχικών του ιδιοτήτων. Σημασία δεν έχει μόνο η χημική σύσταση του προϊόντος, η συγκέντρωση για παράδειγμα πρωτεϊνών ή λιπαρών στο τρόφιμο; Σημασία έχει και η προέλευση των συστατικών του, και η ποιότητα στη διαδικασία επεξεργασίας τους.

Από ποιο ζώο, ψάρι, φυτό ή εργαστήριο προέρχονται οι πρωτεΐνες του προϊόντος;

Έχει μελετηθεί η αλληλεπίδραση τόσο ετερογενών ουσιών, όταν βρεθούν όλες μαζί σε ένα τρόφιμο και, επακόλουθα, σε έναν οργανισμό; Ήδη στις έρευνες γίνεται εμφανές το φαινόμενο της ‘επίδρασης κοκτέιλ’: Ουσίες δηλαδή που μελετούνται μεμονωμένα έχουν διαφορετική συμπεριφορά και επιπτώσεις, όταν αναμειχθούν με άλλες φτιάχνοντας ένα χημικό ‘κοκτέιλ’. Μέσα από παρόμοιες σκέψεις μπορεί κανείς να κατανοήσει γιατί ποτέ δε θα βρεθεί φόρμουλα του εμπορίου καλύτερη από το μητρικό γάλα. Ας προσφέρουμε στα παιδιά μας τροφές όσο το δυνατό αγνές, ακατέργαστες. Στο τέλος υπάρχει πάντα ο χρυσός, μάλλον αυτονόητος αλλά συχνά λησμονημένος κανόνας: Αν κάτι δε θα το τρώγατε οι ίδιοι, μην το δίνετε στο παιδί σας.

Τέλος, ας μην ξεχνούμε ότι οι φάρμες οργανικής παραγωγής είναι αποδεδειγμένα απείρως φιλικότερες προς το περιβάλλον και μπορούν να συμβάλλουν σε μια αειφόρο, ανθρώπινη ανάπτυξη. Εξίσου ίσως σημαντική με την ποιότητα της οργανικής τροφής είναι και η ευτυχής αίσθηση του γονιού που την αγοράζει με τη βεβαιότητα ότι με τον τρόπο αυτό βοηθάει για ένα καθαρότερο περιβάλλον και για ένα καλύτερο αύριο, μέσα στο οποίο θα λειτουργήσει το παιδί του (15).

Σε ατομικό επίπεδο το οικονομικό θέμα είναι σημαντικό. Μπορούμε να κάνουμε τις καλύτερες δυνατές επιλογές, με βάση τις οικονομικές μας δυνατότητες. Να μην απορρίψουμε συνολικά τα οργανικά τρόφιμα, ούτε να τα ενστερνιστούμε με οποιοδήποτε οικονομικό τίμημα. Μπορούμε να μετατρέψουμε ένα συγκεκριμένο, κρίσιμο κομμάτι της δίαιτας του παιδιού μας σε οργανικό. Να αποκτήσουμε γενικότερα καταναλωτική συνείδηση, ελέγχοντας τις ετικέτες των τροφίμων, τις εταιρίες παραγωγής τους.

Σε συλλογικό επίπεδο απαιτείται καταναλωτική δράση. Οι γονείς χρειάζεται να συνεργαστούν ώστε να διεκδικήσουν από πολιτεία και εταιρίες περισσότερη ανεξάρτητη έρευνα, καλύτερη πιστοποίηση των οργανικών προϊόντων, έλεγχο της αγοράς και της παιδικής διαφήμισης, καλύτερες τιμές υγιεινών τροφίμων για τα παιδιά μας.

Στέλιος Παπαβέντσης, M.R.C.P.C.H., D.C.H. I.B.C.L.C.
Παιδίατρος - Σύμβουλος Γαλουχίας